ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΕΣΕΙΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

Η Συνέλευση αλληλεγγύης συγκροτήθηκε τον Απρίλιο του 2010 ως απότοκο του διαλόγου που αναπτύχθηκε στην αντικατασταλτική εκδήλωση στις 16/3/2010 στο ΕΜΠ, αλλά και έξω από αυτήν. Είναι ένα μονοθεματικό σχήμα που αποτελείται από άτομα και συλλογικότητες, διαφόρων τάσεων και αντιλήψεων. Σκοπός του είναι να εστιάσει με διάρκεια, συνέχεια και συνέπεια στην κρατική καταστολή, αναγνωρίζοντας την ως ένα από τα πολλά μέτωπα του κοινωνικού πολέμου, αυτό όμως που πιο εξόφθαλμα αναδείχνει τη φύση της κρατικής βαρβαρότητας και στο πολιτικό πεδίο. Η συνέλευση επιχειρεί την οργάνωση και διεύρυνση της αλληλεγγύης, τη μετάδοση της μέσα στο καταπιεσμένο κοινωνικό σώμα τόσο ως άμεση απάντηση στην κρατική καταστολή, όσο και ως όπλο των καταπιεσμένων στον κοινωνικό πόλεμο.

Ενώ αποτελεί ένα αυτόνομο σχήμα που δεν διεκδικεί να εκπροσωπήσει κανέναν άλλο πέρα από αυτούς που συμμετέχουν σε αυτό, αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ενταγμένο στο αναρχικό κίνημα και άτυπα επιδιώκει να συντονίζεται με τις εκάστοτε συνθήκες σ’ αυτό.

Αν και θεωρούμε την καταστολή ως κάτι πολύπλευρο αλλά ενιαίο (ουσιώδες στοιχείο κάθε εξουσιαστικού μηχανισμού), ο συνδυασμός των αναγκαιοτητών που προκύπτουν και των δυνάμεων που διαθέτουμε μας επιβάλλει να επιλέξουμε με ποιες πλευρές της καταστολής θα ασχοληθούμε, τελικά, να ορίσουμε προτεραιότητες. Έτσι, προτεραιότητα μας σήμερα είναι οι περιπτώσεις καταστολής που εμφανίζουν πολιτικό, επαναστατικό περιεχόμενο. Προσανατολισμένοι εκεί, αυτούς τους μήνες που λειτουργούμε, οργανώσαμε δεκάδες αγώνες και παρεμβάσεις σε μια περίοδο κλιμάκωσης της κρατικής επίθεσης (ή αντεπίθεσης) που οδηγεί σε ένα όλο και πιο ευρύ φάσμα κατασταλτικών χτυπημάτων. Αυτή η κατάσταση μας εγκλώβισε σε ένα διαρκές «πρακτικό τρέξιμο», την ίδια ώρα που πολιτικά προβλήματα από το παρελθόν, σε σχέση με το θέμα, παρέμεναν ανεπίλυτα, ενώ καινούρια συσσωρεύονταν. Το παρόν κείμενο είναι μια προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού της συνέλευσης και απάντησης σε αυτά τα προβλήματα. Δεν αποτελεί ούτε κείμενο αρχών ούτε φιλοδοξεί να λήξει ένα διάλογο στο κίνημα, που, αν και υπάρχει διάχυτος, δεν γίνεται συγκροτημένα και δύσκολα παράγει αποτέλεσμα. Είναι μια καταγραφή θέσεων σε αξιακά και πολιτικά διλήμματα που όλοι βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας αλλά και μια προσπάθεια οργανωμένης εξωτερίκευσης και εμβάθυνσης αυτού του διαλόγου.

 

Ποια αλληλεγγύη και για ποιους;

Ορίσαμε ως προτεραιότητα την αλληλεγγύη σε περιπτώσεις με πολιτικό, επαναστατικό περιεχόμενο. Την αλληλεγγύη δηλαδή που οφείλει να υφίσταται μέσα στην κοινότητα όσων ο λόγος και η πράξη τούς φέρνει σε συνειδητή ρήξη με το σύστημα κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Μια κοινότητα που την αντιλαμβανόμαστε αξιακά, συνέπεια της δικής μας συμμετοχής στον κοινωνικό πόλεμο. Αυτό σημαίνει πως, ανεξάρτητα από στρατηγικές ή τακτικές, ανεξάρτητα από τάσεις και ρεύματα, αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη μιας κάθετης γραμμής (συχνά θολής) που διαχωρίζει κόσμους. Όπως ο κόσμος της εξουσίας, παρά τις ανελέητες συγκρούσεις στο εσωτερικό του, διατηρεί για τον εαυτό την πρωταρχική και υλική ενότητα της συνενοχής, έτσι θεωρούμε πως πρέπει να συμβαίνει και στην άλλη πλευρά, αυτήν μιας κοινωνίας που βάλλεται. Και ακόμα περισσότερο ανάμεσα στα τμήματα αυτής της κοινωνίας που αγωνίζονται. Η κάθετη γραμμή διαχωρισμού γίνεται καθαρή όταν το κράτος εισάγει την κατασταλτική του βία στον αγώνα αυτό, κάθε φορά που αμφισβητούνται οι όροι ή και η ολότητα του κοινωνικού συμβολαίου.

Εκεί είναι που (σε αντίθεση με άλλα μέτωπα του κοινωνικού πολέμου) δεν μπορεί να μην αποδεικνύεται η ύπαρξη αυτής της θεμελιώδους κοινότητας. Στο όνομα της συνέπειας αξιών, λόγων και έργων αλλά και από το γεγονός ότι, μας αρέσει ή όχι, η εξουσία δεν θα ξεχάσει, επενδύοντας τις επιμέρους νίκες της, να βελτιώσει τη θέση της στον κοινωνικό πόλεμο.

Τη στιγμή που απαγγέλλεται μια κατηγορία (αληθινή ή κατασκευασμένη) για μια πολιτική πράξη (είτε πρόκειται για έκφραση φρονήματος είτε για ένοπλη πάλη) ξεκινά μια σύγκρουση. Το να παραμείνεις θεατής, δυστυχώς, δεν σημαίνει ότι «δεν μπλέκεσαι». Σημαίνει ότι επιλέγεις την πλευρά του ισχυρότερου.

 

Δηλαδή, «όλοι οι καλοί» χωράνε στην αλληλεγγύη;

Όχι, αλλά σίγουρα περισσότεροι από όσους χωράνε στα γραφεία μιας ομάδας ή στα πλαίσια μιας πολιτικής συνέλευσης.

Όταν δεν έχουμε μια στημένη δίωξη, προφανώς το θέμα είναι, ποιος θα ορίσει και πως, το πολιτικό – επαναστατικό περιεχόμενο.

Συχνά είναι ο κατηγορούμενος που θα δώσει, ή όχι, πολιτικό τόνο στην πράξη (όπως π.χ. στις ληστείες τραπεζών), άλλες φορές η ίδια η πράξη έχει τέτοιες πολιτικές αναφορές και επιπτώσεις που φεύγει από την «ιδιοκτησία» του διωκόμενου και αφορά τους πάντες. Σε άλλες περιπτώσεις είναι το ίδιο το κράτος που θα χρωματίσει πολιτικά τη βία του, επιβάλλοντας την ατζέντα που επιθυμεί.

Η Συνέλευση Αλληλεγγύης είναι μια ζωντανή διαδικασία και κάθε περίπτωση που προκύπτει εξετάζεται χωριστά. Έχοντας μια σειρά αξιακών προϋποθέσεων να πληρούνται, με τη φύση της πράξης να στρέφεται ενάντια στην εξουσία, με τον κρατούμενο να διατηρεί αξιοπρεπή στάση μπλοκάροντας την επέκταση της καταστολής και προβάλλοντας τη θέση του ως θέση στον κοινωνικό πόλεμο και βέβαια στις περιπτώσεις σκευωριών και εκδικητικών διώξεων, τότε ναι, είναι για εμάς ξεκάθαρο πως πρέπει να κινητοποιηθούμε.

 

Ο κρατούμενος, δηλαδή, δικαιώνεται πολιτικά επειδή πιάστηκε;

Όχι. Ιερές αγελάδες δεν υπάρχουν. Η κάθε πράξη και επιλογή θα αξιολογηθεί, θα «κριτικαριστεί», θα μπει στη ζυγαριά. Όση κι αν είναι η κρατική βία που ασκείται, όσο περήφανη κι αν είναι η στάση του κρατούμενου, οι πολιτικές του επιλογές είναι στην αρένα, όπως άλλωστε στην αρένα είναι οι πράξεις και οι επιλογές των «απέξω» αλληλέγγυων ή μη.

Το ζήτημα όμως είναι ποιανού δουλειά είναι η εμπλοκή σε αυτή την κριτική. Θεωρούμε ότι αυτή είναι η δουλειά πολιτικών οργανώσεων και ατόμων, αυτή είναι δουλειά διαδικασιών και δομών που χαράζουν πολιτική, αλλά και των ίδιων των διωκόμενων.

Η δουλειά μιας γενικής δομής αλληλεγγύης είναι να ασχοληθεί με την κοινότητα μέσα στην οποία όλα αυτά περικλείονται, αφορά αξιακή, θεμελιακή πολιτική, όχι στρατηγική. Αν κάνει το λάθος να εισάγει στο εσωτερικό της, να εξαρτήσει την παρουσία της, από παράγοντες στενής πολιτικής συμφωνίας, τότε όχι μόνο αυτοακυρώνεται αλλά και λειτουργεί αποδημητικά στο σύνολο του αγώνα για ανατροπή. Δεν θα πετύχει τίποτα άλλο από την πολυδιάσπαση της, αλλά και την απαξίωση κάθε φιλόδοξου προτάγματός μας για αλληλεγγύη ανάμεσα στους καταπιεσμένους. Θα είναι μια γρήγορη πορεία προς τη γελοιότητα.

Η στάση του μεγαλύτερου μέρους της ριζοσπαστικής αριστεράς στους κρατούμενους της 17Ν είναι η ακριβής περιγραφή αυτού που πρέπει να αποφεύγεται. Τα αδιάφορα σφυρίγματα, η συνωμοσιολογία, οι δηλώσεις νομιμοφροσύνης… για άλλη μια φορά αποδείχτηκε πόσο ολέθριο είναι να εξετάζεις την καταστολή ξεχνώντας να βάλεις στο κάδρο τη μισή πραγματικότητα: το κράτος και τους στόχους του. Αποδείχθηκε ξανά πως η εξουσία κατορθώνει να μετατρέψει τη σιωπή σε συνενοχή, ένα πάντα επίκαιρο σύνθημα που πρέπει όλοι να θυμόμαστε όσο δύσκολο και αν είναι.

Αντίθετα, παρά το ότι δεν «γοητεύτηκαν» ιδιαίτερα από την πολιτική στόχευση και αρκετές από τις ενέργειες της οργάνωσης αυτής, η στάση των αναρχικών (του μεγαλύτερου τμήματος τους τουλάχιστον) ήταν αυτή, που όχι μόνο στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, αλλά και διέσωσε κοινωνικά το κύρος αντιθεσμικών πρακτικών και επιβράδυνε την επέκταση της καταστολής.

Για εμάς, αφού η περίπτωση κριθεί στο αρχικό επίπεδο που θεωρούμε ότι μας αφορά, η διαφωνία ή συμφωνία με το τι έκανε ο κρατούμενος, όταν αυτός αποδέχεται την πράξη του, δεν μπορεί να μπει στο τραπέζι της αλληλεγγύης. Αλληλεγγύη δεν σημαίνει συστράτευση. Ακόμα και κάποιος που μπορεί να θεωρεί εντελώς λανθασμένες συγκεκριμένες επιλογές αγώνα, έχει τελικά υποχρέωση να μην επιτρέψει στο κράτος να δικαιώσει τις δικές του εγκληματικές επιλογές, να μην βγάλει το κράτος από το κάδρο.

Αν βέβαια η αρνητική κριτική γίνει προβοκατορολογία ή συνταχθεί με το κατασταλτικό κλίμα, τότε το πράγμα αλλάζει. Όποιος σπεκουλάρει με τη νομιμοφροσύνη (ή την παραφροσύνη) δεν έχει δουλειά με τα όσα γράφονται εδώ. Έχει κάνει άλλες επιλογές.

 

Περί αθωότητας και ενοχής.

Αφού μιλάμε για μια αλληλεγγύη εστιασμένη σε πολιτικά υποκείμενα που αγωνίζονται, αφού έτσι ή αλλιώς ως αναρχικοί δεν αποδεχόμαστε, συνολικά, το κοινωνικό συμβόλαιο (και η κάθε επιλογή αγώνα χαρακτηρίζεται πρώτα από όλα από την πλευρά του κοινωνικού πολέμου στην οποία εντάσσεται), τότε η έννοια της νομικής αθωότητας ή ενοχής δεν υπάρχει για εμάς. Προφανώς, στις συνηθισμένες περιπτώσεις που μια υπόθεση είναι εξολοκλήρου ή εν μέρει κατασκευασμένη από τις αρχές, τα πράγματα είναι πολύ πιο εύκολα. Η αλληλεγγύη που επιδιώκει να μεταδοθεί σε όσο το δυνατόν πλατύτερα στρώματα καταπιεσμένων έχει ένα όπλο: μια έμπρακτη απόδειξη του δημοκρατικού ψεύδους του καθεστώτος.

Έχει επίσης και μια «ευκολία»: δεν χρειάζεται κάποιος να αμφισβητεί το κοινωνικό συμβόλαιο για να σταθεί στο πλευρό του διωκόμενου. Μια «ευκολία» βέβαια, που εγκυμονεί τον κίνδυνο να οδηγηθεί σε δικαίωση μιας φανταστικής (αλλά επίμονα προπαγανδισμένης από την εξουσία) αστικής νομιμότητας. Από την άλλη, όταν ο κρατούμενος αναλάβει την ευθύνη τότε η αλληλεγγύη γίνεται πολύ πιο ρηξιακή και αναγκαστικά θέτει ζήτημα επιλογής στρατοπέδου: όχι ανάμεσα στις επιλογές των διωκόμενων και το κράτος, αλλά ανάμεσα στους εξουσιαζόμενους που δρουν αγωνιστικά και την εξουσία που διεκδικεί το μονοπώλιο της βίας. Εκεί, βέβαια, ο άμεσος στόχος της αλληλεγγύης γίνεται πιο δύσκολος. Γιατί ο άμεσος στόχος δεν μπορεί να είναι άλλος από την απελευθέρωση του κρατουμένου.

Εφόσον αυτός παραμένει αγωνιστής, το «να τον πάρουμε από τα χέρια τους» είναι η καρδιά της κάθε ξεχωριστής καμπάνιας.

Έχουμε επίσης και περιπτώσεις που η στάση του κρατούμενου αλλάζει. Που ξεκινάει μιλώντας για «αθωότητα» και μετά παραδέχεται «ενοχή». Κρίνουμε πως, παρά τα δυσεπίλυτα ζητήματα που ανοίγει μια τέτοια στάση, είναι απόλυτο δικαίωμα του διωκόμενου να λέει ψέματα στην εξουσία ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι παράλληλα λέει ψέματα και στη δική του πλευρά. Τέτοια είναι η φύση κάθε κατασταλτικής επίθεσης: δημιουργεί τέτοια εκβιαστικά διλήμματα σε όλους που δεν επιτρέπουν τη δημιουργία ενός savoir vivre της «σωστής στάσης» σε μια δίωξη. Αυτό δεν αναιρεί το περιεχόμενο μιας συνεπούς και περήφανης στάσης. Αντίθετα την αναδεικνύει.

Τελικά όμως θεωρούμε πως (το ξαναλέμε, εφόσον περνάει από το ουσιαστικό πολιτικό φίλτρο) η υπερασπιστική γραμμή είναι αποκλειστική υπόθεση του κάθε κρατούμενου χωριστά. Για την αλληλεγγύη, την ώρα της δίωξης, η αποδοχή τής εκάστοτε υπερασπιστικής γραμμής και των κινήσεων δεν είναι επιλογή, είναι καθήκον. Κάθε άλλη στάση, απειλεί να παίξει το παιχνίδι της εξουσίας που μανιωδώς αναζητά τέτοια ρήγματα.

 

Κλείνοντας

Η συνέλευση αλληλεγγύης είναι ένα ανοιχτό σχήμα, στο εσωτερικό του οποίου συνυπάρχουν διαφορετικές, και κάποιες φορές αντιτιθέμενες, πολιτικές αντιλήψεις. Θεωρούμε πως μέσα από αυτήν καλύπτουμε για τους εαυτούς μας, με οργανωμένο τρόπο, μια επιτακτική ανάγκη στον κοινωνικό πόλεμο. Και την καλύπτουμε υπερβαίνοντας επιμέρους συμφωνίες ή διαφωνίες μεταξύ μας ή με τους διωκόμενους. Υπερβαίνοντας επίσης και λογικές παρέας και μικρόκοσμου που πολλές φορές (και πρέπει να τους αναγνωριστεί) σήκωσαν μόνες τους το βάρος σημαντικών υποθέσεων αλληλεγγύης στο παρελθόν, χωρίς όμως την αναγκαία συνέχεια και συνολικότητα που η σημερινή κατάσταση περισσότερο από κάθε άλλη απαιτεί. Οι παρεμβάσεις μας έχουν άμεση σχέση με τις δυνάμεις μας. Γι’ αυτό και καλούμε άτομα και συλλογικότητες να πλαισιώσουν το εγχείρημα. Και αυτό το κείμενο και η μέχρι τώρα παρουσία μας δίνουν μια καθαρή εικόνα για το «πού το πάμε». Από εκεί και πέρα ούτε εργολαβία την αλληλεγγύη έχουμε αναλάβει ούτε είμαστε αυτοί που «βγάζουν την αγγαρεία». Είμαστε πρόθυμοι (και το έχουμε κάνει) να συνεργαστούμε στη βάση καθαρών διαδικασιών με άλλα σχήματα αλληλεγγύης για την υλοποίηση δράσεων μεγαλύτερης κλίμακας. Αυτό που έχει σημασία είναι να απαντάμε στις επιθέσεις του κράτους, να στεκόμαστε αποτελεσματικά στο πλευρό των ομήρων του, με ξεκάθαρη τη θέση μας στον αγώνα για κοινωνική απελευθέρωση.

Και έτσι θα συνεχίσουμε.

 

Η συνέλευση αλληλεγγύης συναντιέται κάθε Δευτέρα 7.00μμ στο ΕΜΠ

Συνέλευση Αλληλεγγύης 
Αθήνα, Γενάρης 2011

Leave a Reply

Your email address will not be published.